στένος
στένος, εος, τό, v. στεῖνος II.
στένος, εος-ους (τὸ) anxiété, détresse, Eschl. Eum. 520.
Étym. στενός, cf. στεῖνος.
στένος, τό, wie στεῖνος, die Enge, die Not, ξυμφέρει σωφρονεῖν ὑπὸ στένει, Aesch. Eum. 495.
στένος, ος, εος, τό,
cf. Ionic στεῖνος.