στενολέσχης
στενολέσχης, a quibbler
στενο-λέσχης, ου, ὁ,
- one that talks subtly, quibbler, Suid.
στενολέσχης, ὁ, der wenig, bündig, fein Redende, Schwatzende, λεπτολόγος Suid.
στενολέσχης
στενο-λέσχης, ου, ὁ,
- a quibbler.