στενυγροχωρίη
στενυγροχωρίη, contract
στενυγροχωρίη, ἡ, Ion. for στενοχωρία, Hp. (Art. 14) as cited by Gal. 18(1).411; so στενυγρόω, Ion. for στενόω,
- contract, Hp. (Epid. 6.2.1) as cited by Gal. 17(1).896.
στενυγρο·χωρίη, ης (ἡ) ion. espace étroit, Hpc. 791g.
Étym. στενυγρός, χώρα ; cf. στενοχωρία.
στενυγροχωρίη, ἡ, ion. = στενοχωρία, Hippocr.