στενωπεῖον Save LSJ Bailly 2024 Pape στενωπ-εῖον, τό, = στενωπός, ὁ, Ach.Tat. 8.9, Suid. στενωπεῖον, ου (τὸ) dim. de στενωπός, A. Tat. 8, 9. στενωπεῖον, τό, dim. von ἡ στενωπός, Ach.Tat. Jacobs 791.