Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στιλπνωτής
στιλπνωτής, polisher
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στικτόπους
στικτός
στικτόχροος
στικτόχρους
στῖλα
στιλβαῖος
στιλβάς
στίλβη
στιλβηδόν
στιλβηδών
Στιλβίδης
στιλβόντως
στιλβοποιέω
στιλβός
στιλβότης
στιλβόω
στίλβω
στίλβωθρον
στίλβωμα
στίλβων
Στίλβων
Στιλβωνίδης
στίλβωσις
στιλβωτής
στίλβωτρον
στίλη
στίλος
στιλπνός
στιλπνότης
στιλπνόω
στιλπνωτής
στιλπνωτικός
στίλπων
Στίλπων
στίλψις
στίμι
στίμμι
στιμμίζω
στίμμις
στίμμισμα
στίξ
στίξις
στῖξις
στῖον
στιπεουργός
στιπουργός
στιππεῖον
στιππόϊνος
στιπποκογχιστής
στίππον
στιπποπραγματευτής
στιπποτιμητής
στιππουργός
στιπποχειριστής
στιππύϊνος
στιππύον
στιππυουργός
στιπτός
στιπύϊνος
Στιριεύς
Στῖρις
…
στιλπνωτής
Save
στιλπνωτής, polisher
LSJ
στιλπν-ωτής, οῦ, ὁ,
polisher,
Lyd.
Mag.
1.46.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}