στιλπνότης
στιλπνότης, brightness
στιλπν-ότης, ητος, ἡ,
- brightness, Plu. Fac.lun. 2.921a, Gal. 7.245, Aq. Dt. 7.13, Za. 4.14, Plot. 2.1.7.
στιλπνότης, ητος (ἡ) éclat, Plut. M. 921a ; Gal. 19, 161.
Étym. στιλπνός.
στιλπνότης, ητος, ἡ, = στιλβότης, Glanz, Clem.Al. u. a.Sp.