στεφηπλόκος
στεφη-πλόκος, ον,
- v.l. for στεφανηπλόκος, Plu. Aud. 2.41e.
στεφη·πλόκος, ος, ον, c. στεφανηπλόκος, Plut. M. 41e.
στεφηπλόκος, = στεφανηπλόκος, Plut. de audit. 6, v.l. στεφοπλόκος.