στεφανοφορέω Save LSJ Bailly 2024 Pape στεφᾰνοφορέω, v. στεφανηφορέω. στεφανοφορέω-ῶ [ᾰ] c. στεφανηφορέω, Hpc. 1285, 6. στεφανοφορέω, schlechtere Form statt στεφανηφορέω, s. Lobeck Phryn. 650.