στεφηφόρος
στεφη-φόρος, ον,
- = στεφανηφόρος, Lyc. 327, Vett.Val. 45.32, al.
στεφη·φόρος, ος, ον, c. στεφανηφόρος, Lyc. 327.
στεφηφόρος, = στεφανηφόρος, Lycophr. 327 ; s. Lobeck Phryn. 680.