στεφανώδης
στεφανώδης, like a wreath, wreathed
στεφᾰν-ώδης, ες,
- like a wreath, wreathed, χλόα E. IA 1058 (lyr.).
στεφανώδης, ης, ες [ᾰ] en forme de couronne, Eur. I.A. 1058.
Étym. στέφανος, -ωδης.
στεφανώδης, ες, kranzartig, χλόη, Eur. I.A. 1058.
στεφανώδης
στεφᾰν-ώδης, ες
εἶδος
- like a wreath, wreathed, Eur.