στεφανόω
στεφανόω, to wreathe, to crown
- I used by Hom. and Hes. only in Pass., to be put round in a circle or as a rim or border, and hence to be put round, ἣν περὶ μὲν πάντῃ Φόβος ἐστεφάνωται round about the aegis is Terror wreathed, Il. 5.739; τῇ δʼ ἐπὶ μὲν Γοργὼ ἐστεφάνωτο 11.36; ἀμφὶ δέ μιν θυόεν νέφος ἐστεφάνωτο all round about him was a cloud, 15.153; νῆσον, τὴν πέρι πόντος ἐστεφάνωται the sea lies round about the island, Od. 10.195: rarely c. acc., τείρεα, τά τʼ οὐρανὸς ἐστεφάνωται constellations which heaven has all round it, Il. 18.485, cf. Hes. Th. 382, IG 42(1).129.9 (Epid.); of a crowd of spectators surrounding a dancing-floor, ἀμφὶ δʼ ὅμιλος ἀπείριτος ἐστεφάνωτο h.Ven. 120; περὶ δʼ ὄλβος ἀπείριτος ἐστεφάνωτο around were . . riches in a circle placed, Hes. Sc. 204: so in later Ep., A.R. 3.1214, Q.S. 5.99, Orph. A. 45, etc.: also in Act., περίτροχον ἐστεφάνωσαν αἱμασιήν made a fence round, Opp. C. 4.90.
- 2 to be surrounded, ἐστεφανωμένος τιάραν μυρσίνῃ having his tiara wreathed with myrtle, Hdt. 1.132; πεδία ἐστεφάνωται ὄρεσιν are surrounded by . ., Hp. Aër. 19; ὅπλοισιν πόλις Epigr. ap. Paus. 9.15.6; χθὼν ἅτε νῆσος -ωται D.P. 4: so in Act., [Βαβυλῶνα] τείχεσιν ἐστεφάνωσεν Id. 1006.
- II after Hom. in Act., crown, wreathe, χαίταν Pi. O. 14.24; Ὀρέστην σ. E. Or. 924; κρᾶτα κισσίνοις βλαστήμασιν Id. Ba. 177; στεφάνοις ib. 101 (lyr.); c. gen., πίτυος Longus 2.31; σ. τινὰ ὡς σωτῆρα And. 1.45; τὸν νικῶντα θαλλῷ Pl. Lg. 946b; νῖκαι σ. τινά Pi. N. 11.21; of crowning a corpse, Ar. Ec. 538; a tomb, IG 1(2).1037, Sammelb. 7457.10 (iii/ii B.C.), Luc. Cont. 22, PLips. 30.2 (iii A.D.); ships, Plu. Sollert. 2.981e; of the nuptial crown, LXX Ca. 3.11; κατηρῶντο τοῖς ἐστεφανωμένοις newly wedded couples, Lib. Or. 33.29; στεφανοῦν εὐαγγέλια crown one for good tidings, Ar. Eq. 647; στεφανοῦσα, title of a statue by Praxiteles (v. στέφω III), cf. Ath. 12.534d:—Pass., to be crowned or rewarded with a crown, Hdt. 7.55, 8.59, PCair.Zen. l.c., 2 Ep.Ti. 2.5; ἐλαίᾳ Pi. O. 4.13; ποίᾳ Id. P. 8.19; φυτὸν στεφανούμενος Ach.Tat. 1.5; σ. καὶ ἀνακηρύττεσθαι And. 2.18:—Med., crown oneself, στεφανωσαμένη δρυῒ καὶ . . σπείραισι δρακόντων S. Fr. 535 (anap.); στεφανοῦσθε κισσῷ E. Ba. 106 (lyr.); στεφανωσάμενος καλάμῳ Ar. Nu. 1006; στεφανωσάμενος αὐτόν (sc. τὸν στέφανον) Phalar. Ep. 40; στεφανοῦνται τῶν ἀνθέων Philostr. Her. 12a. 2; τῆς πίτυος D.Chr. 9.10: also abs., of one going to sacrifice, Th. 4.80; τῷ θεῷ X. HG 4.3.21; at a festival, Ar. Ach. 1145, Men. 518.15, etc.; win a crown, of the victor at the games, Pi. O. 7.15, 81, 12.17, N. 6.19:—Pass., c. dupl. acc., ἐστεφανώθη Ἐλεύθερος . . Ἁδριάνεια πάλην IG 2(2).2087.64 (ii A.D.).
- 2 crown as an honour or reward (cf. στέφανος II.2b), D. 19.193, Theopomp.Hist. 239, Men. 84, IG 2(2).212.30 (iv B.C.), etc.; reward by a gift of money, etc. (cf. στέφανος II 5), Καλλισθένην ἑκατὸν μναῖς Lycurg. Fr. 19, cf. D.S. 14.53, Plu. Tim. 16; σ. τινὰ πεντακοσίοις ἀργυρίου ταλάντοις, χιλίοις δὲ λιβανωτοῦ Plb. 13.9.5: also ἐστεφανωκότος . . τὰς δυνάμεις χρυσῶν μυριάδων τριάκοντα Gauthier et Sottas Décret trilingue en l’honneur de Ptolémée IV p.67 (iii B.C.).
- 3 metaph., confer glory upon, decorate, honour, τινὰ μολπᾷ Pi. O. 1.100; τοὺς πρεσβυτέρους ἤθεσι χρηστοῖς Ar. Nu. 959; ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων τὴν πόλιν (by a victory in the games) And. 4.26; Ἑλλάδα E. Tr. 1030, cf. Critias 4 D.; ἔργοις γένος TAM 1.44 (Xanthus); [τὸ ῥόδον] ἐγκωμίῳ Philostr. Ep. 51; ἀριστείοις D.S. 4.32; πανοπλίᾳ Id. 20.84:—Pass., σοφίας ἀριστεῖα ἐστεφανοῦτο Philostr. Her. 10.4.
- 4 crown or honour with libations, σ. τύμβον αἵματι E. Hec. 126 (anap.).
- 5 crown with the badge of office, esp. of persons sacrificing, Lys. 26.8:—Pass., X. An. 7.1.40; of magistrates in office, ὁ ἐστεφανωμένος ἄρχων D. 21.17; βούλεται -ωθῆναι ἐξηγητείαν PRyl. 77.37 (ii A.D.).
1. ep. een kring vormen rondom, omgeven, omringen, alleen perf. pass.
2. bekransen,
3. overdr. lauweren, prijzen, eren:
[στέφανος.]
- 1
To set or dispose round or about something : τείρεα, τά τʼ οὐρανὸς ἐστεφάνωται (is set round with them, has them set around it as a crown) Il. 18.485 : νῆσον, τὴν πέρι πόντος ἐστεφάνωται Od. 10.195. Cf. Il. 5.739.
- 2
To set upon something as a central figure : ἀσπίδι δʼ ἐπὶ Γοργὼ ἐστεφάνωτο Il. 11.36.
- 3
To set round something so as to envelop it : ἀμφί μιν νέφος ἐστεφάνωτο Il. 15.153.
- 1
- 1crown ἐλαίᾳ στεφανωθεὶς Πισάτιδι O. 4.11 υἱὸν εἴπῃς ὅτι οἱ νέαν κόλποις παρʼ εὐδόξοις Πίσας ἐστεφάνωσε κυδίμων ἀέθλων πτεροῖσι χαίταν O. 14.24 Ἀρισταγόραν ἀγλααὶ νῖκαι πάτραν τʼ εὐώνυμον ἐστεφάνωσαν πάλᾳ καὶ μεγαυχεῖ παγκρατίῳ N. 11.21 med., have oneself crowned (pro pass.? Schwyz., 1. 757; Wackernagel, Vorl., 1. 137) ἄνδρα παρʼ Ἀλφειῷ στεφανωσάμενον αἰνέσω O. 7.15 τῶν ἄνθεσι Διαγόρας ἐστεφανώσατο δίς O. 7.81 νῦν δʼ Ὀλυμπίᾳ στεφανωσάμενος καὶ δὶς ἐκ Πυθῶνος O. 12.17 καὶ πεντάκις Ἰσθμοῖ στεφανωσάμενος N. 6.19 in zeugma, Κίρραθεν ἐστεφανωμένον υἱὸν ποίᾳ Παρνασσίδι Δωριεῖ τε κώμῳ P. 8.19 met., ἐμὲ δὲ στεφανῶσαι κεῖνον μολπᾷ χρή O. 1.100
χρὴ δὲ στεφανῶσαι αὐτὸν στεφάνῳ ἀρτεμισίας χλωρικῆς
debes adornarlo con una corona de artemisa verde
στεφανώσας αὐτὸν τὸν ναόν
tras adornar con guirnaldas esta capilla
στεφανοῦ δὲ τὸ ναϊσκάριον ἐλαΐνῳ
adorna la capilla con ramas de olivo
χρίσῃ δὲ αὐτὴν καὶ τῷ σεληνιακῷ χρίσματι καὶ στεφανώσεις
la ungirás con el aceite de Selene y la coronarás
corónate y pronuncia los mismos nombres también sobre un cráneo
en una habitación de planta baja, sin luz, llevando una corona de mejorana, recita esta fórmula
- Iused by Hom. in Pass., to be put round, Lat. circumdari, ἢν περὶ μὲν φόβος ἐστεφάνωται round about which (the shield) is Terror wreathed, Il.; ἀμφὶ δέ μιν νέφος ἐστεφάνωτο all round about him was a cloud, Il.; περὶ νῆσον πόντος ἐστεφάνωται the sea lies round about the island, Od.
- 2to be surrounded, Lat. cingi, ἐστεφανωμένος τιήρην μυρσίνηι having his tiara wreathed with myrtle, Hdt.
- IIAct. to crown, wreathe, χαίτην Pind.; στ. τινά Eur., etc.: c. dupl. acc., εὐαγγέλια στεφανοῦν τινά to crown one for good tidings, Ar.:—Pass. to be crowned or rewarded with a crown, Hdt., Pind.:—Mid. to crown oneself, στεφανοῦσθε κισσῶι Eur., Ar.
- 2in Mid. to win a crown, of the victor at the games, Pind.
- 3to crown as an honour or reward, Eur., Lys.:—to crown or honour with libations, Eur.
- 4Pass. to wear a crown as a badge of office, Xen., Dem.
-
…τοῦ Πολεμάρχου Κέφαλος. καὶ μάλα πρεσβύτης μοι ἔδοξεν εἶναι · διὰ χρόνου γὰρ καὶ ἑωράκη αὐτόν. καθῆστο δὲ ἐστεφανωμένος ἐπί τινος προσκεφαλαίου τε καὶ δίφρου · τεθυκὼς γὰρ ἐτύγχανεν ἐν τῇ αὐλῇ. ἐκαθεζόμεθα οὖν παρʼ αὐτόν · ἔκειντο…
Plato, Republic
-
…, ἀπαλλάξαντες δὲ τοῦ δέους καὶ τὰς ψυχὰς ἠλευθέρωσαν, διὰ δὲ τὴν τοῦ πατρὸς ἀρετὴν ἐκείνους τοῖς αὑτῶν κινδύνοις ἐστεφάνωσαν. τοσοῦτον δὲ εὐτυχέστεροι παῖδες ὄντες ἐγένοντο τοῦ πατρός · ὁ μὲν γάρ, καίπερ ὢν ἀγαθῶν πολλῶν αἴτιος ἅπασιν…
Lysias, Speeches
-
…ἐν δὲ θάλασσαν, ἠέλιόν τʼ ἀκάμαντα σελήνην τε πλήθουσαν, ἐν δὲ τὰ τείρεα πάντα, τά τʼ οὐρανὸς ἐστεφάνωται, Πληϊάδας θʼ Ὑάδας τε τό τε σθένος Ὠρίωνος Ἄρκτόν θʼ, ἣν καὶ Ἄμαξαν ἐπίκλησιν καλέουσιν, ἥ τʼ…
Homer, Iliad
-
…ἐπὶ κηρυκείαν ἀποστελλέσθω, μηδὲ γνώμην λεγέτω, μηδʼ εἰς τὰ δημοτελῆ ἱερὰ εἰσίτω, μηδʼ ἐν ταῖς κοιναῖς στεφανηφορίαις στεφανούσθω, μηδʼ ἐντὸς τῆς ἀγορᾶς τῶν περιρραντηρίων πορευέσθω. ἐὰν δέ τις παρὰ ταῦτα ποιῇ, καταγνωσθέντος αὐτοῦ ἑταιρεῖν ,…
Aeschines, Speeches
-
…οὐκὶ οὐλῇσι · τῶν δὲ ὡς ἑκάστῳ θύειν θέλῃ, ἐς χῶρον καθαρὸν ἀγαγὼν τὸ κτῆνος καλέει τὸν θεόν, ἐστεφανωμένος τὸν τιάραν μυρσίνῃ μάλιστα. ἑωυτῷ μὲν δὴ τῷ θύοντι ἰδίῃ μούνῳ οὔ οἱ ἐγγίνεται ἀρᾶσθαι ἀγαθά, ὁ δὲ…
Herodotus, The Histories
-
…κατὰ μηρῷ δὲ καλύψας χρυσέαισιν συνερείδει περόναις κρυπτὸν ἀφʼ Ἥρας. ἔτεκεν δʼ, ἁνίκα Μοῖραι τέλεσαν, ταυρόκερων θεὸν στεφάνωσέν τε δρακόντων στεφάνοις, ἔνθεν ἄγραν θη ροτρόφον μαινάδες ἀμφι βάλλονται πλοκάμοις. ὦ Σεμέλας τροφοὶ Θῆ βαι, στεφανοῦσθε…
Euripides, Bacchae
-
…αὐτὸν πάλιν ἐξέπεμψεν εἰπὼν τοῖς ἐνοῦσι σιωπῇ ἐκπλεῖν καὶ μηδενὶ διαλέγεσθαι, παραχρῆμα δὲ αὖθις πλεῖν εἰς τὸ ἑαυτῶν στρατόπεδον ἐστεφανωμένους καὶ βοῶντας ὅτι Καλλικρατίδας νενίκηκε ναυμαχῶν καὶ ὅτι αἱ τῶν Ἀθηναίων νῆες ἀπολώλασιν ἅπασαι. καὶ οἱ μὲν τοῦτʼ ἐποίουν…
Xenophon, Hellenica
-
…δʼ ἵκανον πολυπίδακα μητέρα θηρῶν, εὗρον δʼ εὐρύοπα Κρονίδην ἀνὰ Γαργάρῳ ἄκρῳ ἥμενον · ἀμφὶ δέ μιν θυόεν νέφος ἐστεφάνωτο. τὼ δὲ πάροιθʼ ἐλθόντε Διὸς νεφεληγερέταο στήτην · οὐδέ σφωϊν ἰδὼν ἐχολώσατο θυμῷ, ὅττί οἱ ὦκʼ ἐπέεσσι φίλης…
Homer, Iliad
-
…ἐν φιλότητι θεὰ θεῷ εὐνηθεῖσα. τοὺς δὲ μέτʼ ἀστέρα τίκτεν Ἑωσφόρον Ἠριγένεια ἄστρα τε λαμπετόωντα, τά τʼ οὐρανὸς ἐστεφάνωται. Στὺξ δʼ ἔτεκʼ Ὠκεανοῦ θυγάτηρ Πάλλαντι μιγεῖσα Ζῆλον καὶ Νίκην καλλίσφυρον ἐν μεγάροισιν · καὶ Κράτος ἠδὲ Βίην ἀριδείκετα…
Hesiod, Theogony
-
…Ἀργειφόντης ἐκ χοροῦ Ἀρτέμιδος χρυσηλακάτου, κελαδεινῆς. πολλαὶ δὲ νύμφαι καὶ παρθένοι ἀλφεσίβοιαι παίζομεν, ἀμφὶ δʼ ὅμιλος ἀπείριτος ἐστεφάνωτο. ἔνθεν μʼ ἥρπαξε χρυσόρραπις Ἀργειφόντης · πολλὰ δʼ ἔπʼ ἤγαγεν ἔργα καταθνητῶν ἀνθρώπων, πολλὴν δʼ ἄκληρόν τε καὶ…
NA, Homeric Hymns