στρογγυλότης
στρογγυλότης, roundness
στρογγῠλό-της, ητος, ἡ,
- roundness, Pl. Men. 73e, 74b, Arist. Metaph. 1035a14, Thphr. HP 4.12.2.
στρογγυλότης, ητος (ἡ) [ῠ] forme ronde, rondeur, Plat. Men. 73e, 74b ; Arstt. Metaph. 6, p. 146, 26 ; Th. H.P. 4, 12, 2.
Étym. στρογγύλος.
στρογγυλότης, ητος, ἡ, Rundung, runde Gestalt, Plat. Men. 73e, 74b.
στρογγυλότης
from στρογγύλος (ῠ)
στρογγῠλότης, ητος, ἡ,
- roundness, Plat.