στρογγύλωμα
στρογγύλωμα, pillow
στρογγύλ-ωμα [ῠ], ατος, τό,
- pillow or mosquito-net, τριχῶν Al. 1 Ki. 19.16.
στρογγύλωμα, ατος (τὸ) [ῠ] corps rond, Spt. 1 Reg. 13, 16.
Étym. στρογγυλόω.
στρογγύλωμα, τό, das Gerundete, Abgerundete, LXX.