Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στυγανός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στρύχνος
στρῶμα
στρωματεύς
στρωματίζω
στρωμάτιον
στρωματίτης
στρωματίτης ἔρανος
στρωματόδεσμον
στρωματόδεσμος
στρωματοθήκη
στρωματοφθορέω
στρωματοφύλαξ
στρωμνά
στρωμνάομαι
στρωμνή
στρωμνηφόρος
στρώννυμι
στρωννύω
στρῶσις
στρωτήρ
στρώτηρ
στρωτηρίδιον
στρωτήριον
στρώτης
στρωτός
στρωφάω
στρωφέομαι
στυαγόν
Στύβερρα
στύβη
στυγανός
στυγάνωρ
στύγαξ
στύγει
στυγερός
στυγερότης
στυγερώπης
στυγερωπός
στυγερῶς
στυγέω
στύγημα
στυγηρός
στυγητός
Στύγιος
στύγιος
στυγνάζω
στυγναλέος
στύγνασις
στυγνηγόρος
στυγνία
στυγνοποιέω
στυγνοποιός
στυγνός
στυγνότης
στυγνόχροος
στυγνόω
στύγνωσον
στυγοδέμνιος
στυγόδεμνος
στύγος
στυλάριον
…
στυγανός
Save
Pape
στυγανός
, = dem gew. στυγνός (?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}