στυγερώπης
στυγερώπης, of hateful look, horrible
στῠγερ-ώπης, ες, (ὤψ)
- horrible, ζῆλος Hes. Op. 196:
στυγερ·ώπης, ης, ες [ῠ] aux regards sinistres, Hés. O. 194.
Étym. στυγερός, ὤψ.
στυγερώπης, ες, mit verhaßtem, abscheulichem Blicke, ζῆλος, Hes. O. 198.
στυγερώπης
στῠγερ-ώπης, ες
ὤψ
- of hateful look, horrible, Hes.