στύγνασις Save LSJ Bailly 2024 στύγν-ᾰσις, εως, ἡ, = στυγνότης, Apollod. ap. Stob. 1.49.50. στύγνασις, εως (ἡ) [ᾰ] c. στυγνότης, Apd. (Stob. Ecl. 1, 1012). Étym. στυγνάζω.