Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στυγναλέος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στρώννυμι
στρωννύω
στρῶσις
στρωτήρ
στρώτηρ
στρωτηρίδιον
στρωτήριον
στρώτης
στρωτός
στρωφάω
στρωφέομαι
στυαγόν
Στύβερρα
στύβη
στυγανός
στυγάνωρ
στύγαξ
στύγει
στυγερός
στυγερότης
στυγερώπης
στυγερωπός
στυγερῶς
στυγέω
στύγημα
στυγηρός
στυγητός
Στύγιος
στύγιος
στυγνάζω
στυγναλέος
στύγνασις
στυγνηγόρος
στυγνία
στυγνοποιέω
στυγνοποιός
στυγνός
στυγνότης
στυγνόχροος
στυγνόω
στύγνωσον
στυγοδέμνιος
στυγόδεμνος
στύγος
στυλάριον
στυλίδιον
στυλίζω
στυλίον
στυλίς
στυλίσκος
στυλίτης
στυλῖτις
στυλοβάτης
στυλογλύφος
στυλοειδής
στυλοπινάκιον
στῦλος
στύλος
στυλόω
στύλωμα
στύλωσις
…
στυγναλέος
Save
Pape
στυγναλέος
, = στυγνός ; βιοτή,
Ep.adesp. Paralip
. 211 (XV.32).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}