στυγερωπός
στῠγερ-ωπός, όν,
- [horrible,] χῶρος σ. ἰδέσθαι AP 9.662 (Agath.): and στῠγερ-ώψ, acc. -ῶπα, dub.l. in Orph. Fr. 126.
στυγερ·ωπός, ός, όν [ῠ] à l’aspect odieux, Anth. 9, 662.
Étym. στ. ὤψ.
στυγερωπός, = στυγερώπης, στ. ἰδέσθαι χῶρος, Agath. 52 (IX.662).