συγγνωμοσύνη
συγγνωμοσύνη, forgiveness, forbearance
συγγνωμοσύνη, ἡ,
- = συγγνώμη, θέσθαι σ. S. Tr. 1265 (anap.).
συγγνωμοσύνη, ης (ἡ) [ῠ] indulgence, Soph. Tr. 1265.
Étym. συγγνώμων.
συγγνωμοσύνη, ἡ, = συγγνώμη, Soph. μεγάλην μὲν ἐμοὶ τούτων θέμενοι συγγνωμοσύνην, Trach. 1255, verzeihend.
συγγνωμοσύνη, ἡ,
= συγγνώμη, Soph.
from συγγνώμων