σύγγνοια
σύγγνοια, forgiveness (v. συγγνώμη)
σύγγνοια, ἡ,
- = συγγνώμη, only in S. Ant. 66.
σύγγνοια, anc. att. ξύγγνοια, ας (ἡ) pardon, Soph. Ant. 66.
Étym. συγγιγνώσκω.
σύγγνοια, ἡ, = συγγνώμη, Soph. ξύγγνοιαν ἴσχειν, Ant. 66.
σύγγνοια, ἡ,
= συγγνώμη II. 2, Soph.