Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγγλοιόομαι
συγγλοιόομαι, coagulate
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγγενέτειρα
συγγενέτης
συγγενέτις
συγγενεύς
συγγένημα
συγγενής
συγγένησις
συγγενήτωρ
συγγενικός
συγγενικῶς
συγγενίς
συγγεννάω
συγγέννημα
συγγεννήτωρ
συγγενοκτόνος
συγγενῶς
συγγεοῦχος
συγγέρων
συγγεύομαι
συγγεωργέω
συγγέωργος
συγγεωργός
συγγηθέω
συγγηράσκω
συγγηράω
σύγγηρος
συγγίγνομαι
συγγιγνώσκω
συγγίνομαι
συγγινώσκω
συγγλοιόομαι
σύγγνοια
συγγνώμη
συγγνωμονέω
συγγνωμονητέον
συγγνωμονικός
συγγνωμονικῶς
συγγνωμοσύνη
συγγνώμων
συγγνωρίζω
σύγγνωσις
συγγνωστέα
συγγνωστέος
συγγνωστός
συγγογγυλίζω
συγγογγύλλω
συγγομφόω
συγγονεύς
συγγονή
σύγγονος
σύγγραμμα
συγγραμματεύς
συγγραμματεύω
συγγραμμάτιον
συγγραμματοφύλαξ
συγγραπτέον
συγγραφεύς
συγγραφή
συγγραφία
συγγραφικός
συγγραφικῶς
…
συγγλοιόομαι
Save
συγγλοιόομαι, coagulate
LSJ
συγγλοιόομαι,
coagulate,
Lyd.
Mens.
4.26.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}