Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συκοσκόπος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συκηγορία
συκία
συκιδαφόρος
συκίδιον
συκίζω
Συκίνη
σύκινος
συκινόφυλλον
συκίον
συκίς
συκίτης
συκῖτις
συκοβασίλεια
συκόβιος
συκολογέω
συκολόγος
συκομάμας
συκομάμμας
συκομοραία
συκομορέα
συκομορία
συκομορίτης
συκομορίτης οἶνος
συκόμορον
συκόμορος
σῦκον
συκόομαι
συκοπέδιλος
συκόπρωκτος
συκοπώλης
συκοσκόπος
συκοσπαδίας
συκοσπάς
συκοτραγέω
συκοτραγίδης
συκοτράγος
συκοτρώκτης
συκουρός
συκοφάγος
συκοφαντέω
συκοφάντημα
συκοφάντης
συκοφαντητέον
συκοφαντητός
συκοφαντία
συκοφαντίας
συκοφαντικός
συκοφαντικῶς
συκόφαντις
συκοφάντρια
συκοφαντώδης
συκόφασις
συκοφορεῖον
συκοφορέω
συκοφόρος
συκόφυλλον
συκόω
Συκύριον
συκχάς
συκχίς
σύκχος
…
συκοσκόπος
Save
LSJ
σῡκο-σκόπος, =
συκωρός,
Zenodor.
ap. Miller
Mélanges
412.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}