Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συκοφάγος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συκίον
συκίς
συκίτης
συκῖτις
συκοβασίλεια
συκόβιος
συκολογέω
συκολόγος
συκομάμας
συκομάμμας
συκομοραία
συκομορέα
συκομορία
συκομορίτης
συκομορίτης οἶνος
συκόμορον
συκόμορος
σῦκον
συκόομαι
συκοπέδιλος
συκόπρωκτος
συκοπώλης
συκοσκόπος
συκοσπαδίας
συκοσπάς
συκοτραγέω
συκοτραγίδης
συκοτράγος
συκοτρώκτης
συκουρός
συκοφάγος
συκοφαντέω
συκοφάντημα
συκοφάντης
συκοφαντητέον
συκοφαντητός
συκοφαντία
συκοφαντίας
συκοφαντικός
συκοφαντικῶς
συκόφαντις
συκοφάντρια
συκοφαντώδης
συκόφασις
συκοφορεῖον
συκοφορέω
συκοφόρος
συκόφυλλον
συκόω
Συκύριον
συκχάς
συκχίς
σύκχος
συκώδης
σύκωμα
συκών
συκωρέω
συκωρός
σύκωσις
συκωτικός
συκωτός
…
συκοφάγος
Save
LSJ
σῡκο-φάγος [
ᾰ
], ον,
=
συκοτράγος,
Hsch.
s.v. κραδοφάγος, Sch.
Pl.
Alc.
1.118e.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}