συμπαραμίγνυμι Save Pape συμπαραμίγνυμι, [ῡ], (μίγνυμι), = συμπαραμίσγω, συμπαραμιγνύων ἐν τῇ θυσίᾳ ὀπὸν καὶ σχῖνον Ar. Plut. 719.