Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμπαραμίσγω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συμπαραγίνομαι
συμπαράγω
συμπαραδηλόω
συμπαραδίδωμι
συμπαραδύω
συμπαραθέω
συμπαραινέω
συμπαραιτέομαι
συμπαρακαθέζομαι
συμπαρακαθίζω
συμπαρακαλέω
συμπαρακατακλίνω
συμπαρακαταμίγνυμι
συμπαράκειμαι
συμπαρακελεύομαι
συμπαρακμάζω
συμπαρακολουθέω
συμπαρακομίζω
συμπαρακύπτω
συμπαραλαμβάνω
συμπαραληπτέον
συμπαραληπτέος
συμπαραληπτικός
συμπαράληψις
συμπαραλύομαι
συμπαραμείγνυμι
συμπαραμειγνύω
συμπαραμένω
συμπαραμίγνυμι
συμπαραμιγνύω
συμπαραμίσγω
συμπαραναλίσκω
συμπαρανεύω
συμπαρανέω
συμπαρανήχομαι
συμπαρανομέω
συμπαραπέμπω
συμπαραπήγνυμι
συμπαραπίπτω
συμπαραπλέκω
συμπαραπλέω
συμπαραπληρωματικός
συμπαραπολαύω
συμπαραπόλλυμαι
συμπαραπόλλυμι
συμπαραπομπός
συμπαράπομπος
συμπαρασκευάζω
συμπαρασπείρω
συμπαρασπίζω
συμπαρασπονδέω
συμπαραστατέω
συμπαραστάτης
συμπαρασύρω
συμπαράταξις
συμπαρατάσσομαι
συμπαρατάττομαι
συμπαρατείνω
συμπαρατηρέω
συμπαρατήρησις
συμπαρατίθημι
…
συμπαραμίσγω
Save
Pape
συμπαραμίσγω
, (μίσγω),
mit bei- od. zumischen
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}