συμπαραμείγνυμι
συμπαραμείγνυμι, mix in together
συμπαρα-μείγνυμι,
- mix in together, Thphr. HP 9.11.6; also συμπαρα-μειγνύω, Ar. Pl. 719 (-μιγ-codd. in both).
συμπαραμείγνυμι
- to mix in together, Ar.