συμπρόβουλος
συμπρόβουλος, fellow
συμπρό-βουλος, ον,
- fellow-πρόβουλος, IG 9(1).485 (Acarnania, iii B.C.), Arg. Ar. Lys.
συμ·πρόβουλος, ου (ὁ) collègue d’un πρόβουλος, Ar. Lys. arg. 1.