Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμπράκτρια
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συμπορίζω
συμπορισμός
συμπορνεύω
σύμπορος
συμπορπάομαι
συμπορπάω
σύμπορπον
συμπορσύνω
συμποσία
συμποσιάζω
συμποσιαῖος
συμποσιακός
συμποσιαρχέω
συμποσιάρχης
συμποσιαρχία
συμποσίαρχος
συμποσιαστής
συμπόσιον
συμπόσιος
συμποσόω
συμπότας
συμπότης
συμποτιγίνομαι
συμποτικός
συμποτίς
συμπότρια
σύμπους
συμπραγματεύομαι
συμπρακτικός
συμπρακτορεύω
συμπράκτρια
συμπράκτωρ
συμπραξία
σύμπραξις
συμπράσσω
συμπράτης
συμπράττω
συμπραΰνομαι
συμπρεπής
συμπρέπω
συμπρέσβεις
συμπρεσβευτής
συμπρεσβεύω
σύμπρεσβυς
συμπρεσβύτερος
συμπρη
συμπρήκτωρ
συμπρήσσω
συμπρήττω
συμπρίαμαι
συμπρίασθαι
συμπρίω
συμπροάγω
συμπροαύξομαι
συμπροβαίνω
συμπροβάλλω
συμπρόβουλος
συμπρογιγνώσκω
συμπροδίδωμι
συμπροδότης
συμπρόεδρος
…
συμπράκτρια
Save
LSJ
συμπράκτρια, ἡ, fem. of sq., Sch.
A.R.
3.942.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}