συμπρεπής
συμπρεπής, befitting
συμπρεπής, ές,
- befitting, A. Supp. 458, Th. 13.
συμπρεπής, ής, ές, qui convient à, dat. Eschl. Suppl. 458, Sept. 13.
Étym. συμπρέπω.
συμπρεπής, ές, geziemend, τύχῃ γυναικῶν ταῦτα συμπρεπῆ πέλει Aesch. Suppl. 453.
συμπρεπής
συμ-πρεπής, ές
πρέπω
- befitting, Aesch.