About Report a problem

Menu

συμπράτης

συμπράτης, warrantor

συμπράτης [ᾱ], ου, ὁ, in pl.,
  • = οἱ σὺν ἄλλοις πιπράσκοντες, Lys. Fr. 329 S. Also συμπρᾱτήρ, ῆρος, ὁ, warrantor, AB 193.

Saved

Recent