συμπράτης
συμπράτης, warrantor
συμπράτης [ᾱ], ου, ὁ, in pl.,
- = οἱ σὺν ἄλλοις πιπράσκοντες, Lys. Fr. 329 S. Also συμπρᾱτήρ, ῆρος, ὁ, warrantor, AB 193.
συμπράτης, ου (ὁ) [ᾱ] associé pour une vente, Lys. (Poll. 7, 12).
Étym. συμπιπράσκω.
συμπράτης, ὁ, der Mitverkäufer, Lys. bei Poll. 7.12.