σύμπρεσβυς
σύμπρεσβυς, fellow-ambassador
σύμπρεσβυς, εως, ὁ,
- = συμπρεσβευτής, only in pl. (cf. πρέσβυς II), Th. 1.90 sq., X. An. 5.5.24, D. 19.188.
σύμ·πρεσβυς, εως (ὁ) c. συμπρεσβευτής, Thc. 1, 90 ; Xén. An. 5, 5, 24 ; Dém. 400, 6, etc.
σύμπρεσβυς, εως, ὁ, = συμπρεσβευτής ; im plur., Thuc. 1.90, 91 ; Xen. An. 5.5.24 ; Dem. 19.188 u. A.
σύμπρεσβυς
= συμπρεσβευτής, but only in pl., Thuc., Dem., etc.