συμπρήκτωρ Save LSJ Bailly 2024 Pape συμπρήκτωρ, συμπρήσσω, v. συμπράκτωρ, συμπράσσω. συμπρήκτωρ, v. συμπράκτωρ. συμπρήκτωρ, ορος, ὁ, ion. statt συμπράκτωρ, Her.