συναθροιστικός
συναθροιστικός, of or for collecting, Hsch sv ἀγυρτούς
συναθρ-οιστ<ικ>ός, ή, όν,
- of or for collecting, Hsch. s.v. ἀγυρτούς.
συναθροιστικός, of or for collecting, Hsch sv ἀγυρτούς