συναιρετικός
συναιρετικός, coaggregative
συναιρ-ετικός, ή, όν,
- coaggregative, οἱ ἄζωνοι -κοὶ βούλονται εἶναι τῶν ζωνῶν Dam. Pr. 132.
- 2 tending to suppress, ib. 106.