συναικλία Save LSJ Bailly 2024 συναικλία, ἡ, (αἶκλον) Lacon. for σύνδειπνον, Alcm. 70 (pl.): written [συν]αιγλία in SIG 1106.90 (Cos, iv/iii B.C.). συν·αικλία, ας (ἡ) repas commun, à Sparte, Alcm. 57. Étym. σ. αἶκλον.