συναιρεσιώτης
συναιρεσιώτης, partisan
συναιρ-εσιώτης, ου, ὁ,
- partisan, Serapio in Cat.Cod.Astr. 8(4).230, Phot. Bibl. p.97 B.
συναιρεσιώτης, ὁ, Parteigenoß, Phot.