συνοπάων
συνοπάων, companion
συνοπάων [ᾱ], ονος, ὁ, ἡ,
- companion, Ἑρμῆς . . Ναϊάδων σ. IG 2(2).4728, cf. Orph. H. 31.5.
συν·οπάων, gén. ονος (ὁ, ἡ) [ᾱ] c. συνοπαδός, Orph. H. 31 (30), 5.
συνοπάων, [ᾱ], ὁ, ἡ, = συνοπαδός ; ep. (APP 177); Orph. H. 31.5.