Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συνοπλιτεύω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συνομοζωνία
συνομοιόομαι
συνομοιοπαθέω
συνομοιόω
συνομοίωμα
συνομολογέω
συνομολογητέον
συνομολογία
συνομόλογος
συνομολόγος
συνομονοέω
συνομόνοια
συνομοπαθέω
συνομόπλοος
συνομορέω
συνόμορος
συνομοσία
συνομοταγέω
συνομόψηφος
συνομωνυμέω
συνομώνυμος
συνονομάζω
συνοξύνω
σύνοξυς
συνοπαδός
συνοπάζομαι
συνοπάων
συνοπηδός
συνοπλίζομαι
συνοπλίζω
συνοπλιτεύω
σύνοπλος
συνοπλοφορέω
σύνοπος
συνοπτάω
συνοπτέον
συνοπτικός
συνοπτικῶς
σύνοπτος
σύνοπτρον
συνόρασις
συνορατέον
συνορατικός
συνοράω
συνοργιάζω
συνοργίζομαι
συνόργιος
συνορέγομαι
συνορέω
συνορθιάζω
συνορθόω
σύνορθρος
συνορία
συνοριγνάομαι
συνορίζω
συνορίνω
Συνόριξ
συνόριον
συνορκέω
σύνορκος
συνορμάς
…
συνοπλιτεύω
Save
Bailly 2024
συν·οπλιτεύω
[
ῑ
] être hoplite avec,
dat.
Syn.
12
c
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}