συντομεύω
συντομεύω, cut short
συντομ-εύω,
- cut short, Suid. and Zonar. s.v. ἀποσχεδιάσας:—also συντόμησον, for -ευσον or -ισον, Suid. s.v. κεφαλαίωσον.
συντομεύω, = συντομέω, Suid. v. αὐτοσχεδιάζω.