Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σχίνειος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σχηματότης
σχηματουργέομαι
σχηματουργία
σχῆσις
σχήσω
σχητηρία
σχίδα
σχιδακηδόν
σχιδακώδης
σχιδανόπους
σχίδαξ
σχίδη
σχίδιον
σχίδος
σχῖδος
σχιδώνυχος
σχίζα
σχιζίας
σχιζίον
σχιζογύανδρος
σχιζογυάνδρους
σχιζοποδία
σχιζόπους
σχιζόπτερος
σχίζω
σχινδάλαμος
σχινδαλμός
σχίνδαν
σχινδυλέω
σχινδύλησις
σχίνειος
σχινέλαιον
σχινίζω
σχίνινος
σχινίς
σχινοκέφαλος
σχῖνος
σχινοτρώκτης
σχινοτρώξ
σχινώδης
σχίσις
σχίσμα
σχισματικός
σχισματώδης
σχισμή
σχισμός
σχιστός
σχοίατο
σχοίην
σχοινανθᾶτον
σχοινάνθη
σχοινάνθιον
σχοίνανθον
σχοινᾶς
Σχοινάτας
σχοινεύς
Σχοινεύς
Σχοινῄς
σχοινιά
σχοινιαία
Σχοινιεύς
…
σχίνειος
Save
LSJ
σχίν-ειος [
ῑ
], α, ον,
= σχίνινος,
Theognost.
Can.
55.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}