Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σχισματικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σχίδιον
σχίδος
σχῖδος
σχιδώνυχος
σχίζα
σχιζίας
σχιζίον
σχιζογύανδρος
σχιζογυάνδρους
σχιζοποδία
σχιζόπους
σχιζόπτερος
σχίζω
σχινδάλαμος
σχινδαλμός
σχίνδαν
σχινδυλέω
σχινδύλησις
σχίνειος
σχινέλαιον
σχινίζω
σχίνινος
σχινίς
σχινοκέφαλος
σχῖνος
σχινοτρώκτης
σχινοτρώξ
σχινώδης
σχίσις
σχίσμα
σχισματικός
σχισματώδης
σχισμή
σχισμός
σχιστός
σχοίατο
σχοίην
σχοινανθᾶτον
σχοινάνθη
σχοινάνθιον
σχοίνανθον
σχοινᾶς
Σχοινάτας
σχοινεύς
Σχοινεύς
Σχοινῄς
σχοινιά
σχοινιαία
Σχοινιεύς
σχοινίζω
σχοινίκλος
σχοίνικλος
σχοινικός
σχοινίλος
σχοίνινος
σχοινίον
σχοινιοπλόκος
σχοίνιος
σχοινιόστροφον
σχοινιοστρόφος
σχοινιοσυμβολεύς
…
σχισματικός
Save
Pape
σχισματικός
,
die Spaltung, die Trennung betreffend, dazu gehörig
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}