Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σχοινᾶς
σχοινᾶς, rope-maker
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σχιζόπτερος
σχίζω
σχινδάλαμος
σχινδαλμός
σχίνδαν
σχινδυλέω
σχινδύλησις
σχίνειος
σχινέλαιον
σχινίζω
σχίνινος
σχινίς
σχινοκέφαλος
σχῖνος
σχινοτρώκτης
σχινοτρώξ
σχινώδης
σχίσις
σχίσμα
σχισματικός
σχισματώδης
σχισμή
σχισμός
σχιστός
σχοίατο
σχοίην
σχοινανθᾶτον
σχοινάνθη
σχοινάνθιον
σχοίνανθον
σχοινᾶς
Σχοινάτας
σχοινεύς
Σχοινεύς
Σχοινῄς
σχοινιά
σχοινιαία
Σχοινιεύς
σχοινίζω
σχοινίκλος
σχοίνικλος
σχοινικός
σχοινίλος
σχοίνινος
σχοινίον
σχοινιοπλόκος
σχοίνιος
σχοινιόστροφον
σχοινιοστρόφος
σχοινιοσυμβολεύς
σχοινιοσυμβόλος
σχοινίς
Σχοινίς
σχοίνισμα
σχοινισμός
σχοινίτης
σχοινῖτις
σχοινίων
Σχοινίων
σχοινοβατέω
σχοινοβάτης
…
σχοινᾶς
Save
σχοινᾶς, rope-maker
LSJ
σχοινᾶς, ᾶ, ὁ,
rope-maker,
PSI
7.780.5 (iv A.D.),
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}