σχισμή
σχισμή, cleft
σχισ-μή, ἡ,
- cleft, LXX Is. 2.21, al., Hsch.
σχισμή, ῆς (ἡ) c. le suiv. Arstt. Plant. 1, 6, 6 ; Spt. Esaï. 2, 21, etc.
σχισμή, ἡ, = σχισμός ; Arist. plant. 1.6 ; LXX.
σχισμή, cleft