τέκταινα
τέκταινα, ἡ,
- fem. of τέκτων, Hes. Th. ap. Chrysipp.Stoic. 2.257; γείνεό μοι τέκταινα βίου Call. Hec. Fr. 267 Pf. [updated ref.], cf. Eust. 1129.20.
τέκταινα, ης (ἡ) fém. de τέκτων, Poèt. (Bkk. An. p. 1199).
τέκταινα, ἡ, fem. zu τέκτων, Gramm.