About Report a problem

Menu

τεκνοῦς

τεκνοῦς, having borne children

τεκνοῦς, οῦσσα, οῦν, contr. for τεκνόεις, εσσα, εν,
  • having children, ἄνανδρος ἢ τεκνοῦσσα (Brunck for τεκνοῦσα or τεκοῦσα) S. Tr. 308 (v. παιδοῦς) ; οἶνον, ὃς . . τὰς γυναῖκας τεκνούσσας ποιεῖ Thphr. HP 9.18.10, as cited by Ath. 1.31f (τεκνούσας codd. Ath., ἀτέκνους codd. Thphr.); αἱ τεκνοῦσαι, opp. αἱ ἀειπάρθενοι, D.C. 56.10 codd.

Saved

Recent