τεκοκτόνος
τεκοκτόνος, ον,
- = τεκνοκτόνος, v. τεκεκτόνος.
τεκο·κτόνος, ος, ον, qui tue ses enfants, Orph. Lith. 10, 9.
Étym. τέκος, κτείνω.
τεκοκτόνος, = τεκνοκτόνος, richtigere Lesart als τεκεκτόνος, Orph. Lith. 10.9.