τέκνωμα
τέκνωμα, child
τέκν-ωμα, ατος, τό,
- child: metaph., τ. τοῦ πόνου κλέος fame the child of toil, A. Fr. 315.
τέκνωμα, ατος (τὸ) enfant, Eschl. fr. 306.
Étym. τεκνόω.
τέκνωμα, τό, das Erzeugte, Geborene, das Kind, übertr., τέκνωμα τοῦ πόνου κλέος, Aesch. frg. 301.