ταυρομέτωπος
ταυρομέτωπος, bull-faced
ταυρο-μέτωπος, ον,
- bull-faced, Orph. H. 45.1.
ταυρο·μέτωπος, ος, ον, au front de taureau, Orph. H. 44, 1.
Étym. τ. μέτωπον.
ταυρομέτωπος, mit der Stirn od. dem Angesicht eines Stiers, Orph. H. 44.1.