τειχισμός
τειχισμός, the work of walling, wall-building
τειχ-ισμός, ὁ,
- = τείχισις, Th. 5.82, 6.44, etc.
τειχισμός, οῦ (ὁ) c. τείχισις, Thc. 5, 15, 82 ; 6, 44, 102, etc.
τειχισμός, ὁ, = τείχισις ; Thuc. 5.82, 6.44, Pol. 5.93.5.
τειχισμός, οῦ, ὁ,
= τείχισις, Thuc.