τειχοποιικός
τειχοποιικός, for building walls
τειχοποι-ικός (also τειχοποί-ποϊκ-), ή, όν,
- for building walls, τὰ -κά, name of a fund, IG 2(2).244.31 (iv B.C.), SIG 368.39 (Milet., iii B.C.).